Ανασκαφικές εκθέσεις
A. Lebessi, ΠAE (1972) 193-203, πίν.177-194.
A. Lebessi, ΠAE (1973) 188-199, πίν. 185-207.
A. Lebessi, ΠAE (1974) 222-227, πίν. 160-169.
A. Lebessi, ΠAE (1975) 322-329, πίν.249-260.
A. Lebessi, ΠAE (1976) 400-407, πίν. 221-226.
A. Lebessi, ΠAE (1977) 403-418, πίν. 214-220.
A. Lebessi, ΠAE (1981) 380-396, πίν. 256-259.
A. Lebessi, ΠAE (1983) 348-366, πίν. 235-247.
A. Lebessi, ΠAE (1984) 440-463, πίν. 221-234.
A. Lebessi, ΠAE (1985) 263-285, πίν. 127-137.
A. Lebessi, ΠAE (1987) 269-289, πίν. 191-198.
A. Lebessi, ΠAE (1988) 244-263, πίν. 167-177.
A. Lebessi, ΠAE (1989) 296-303, πίν. 215-225.
A. Lebessi, ΠAE (1990) 300-308, πίν. 188-194.
A. Lebessi, ΠAE (1991) 306-330, πίν. 201-212.
A. Lebessi, ΠAE (1992) 211-220, πίν. 86-103.
A. Lebessi, ΠAE (1993) 209-230, πίν. 127-142.
A. Lebessi, ΠAE (1994) 239-244, πίν. 142-151.
A. Lebessi, ΠAE (1995) 245-260, πίν. 108-119.
A. Lebessi, ΠAE (1996) 303-317, πίν. 144-150.
A. Lebessi, ΠAE (1997) 191-209, πίν. 110-122.
A. Lebessi, ΠAE (2000) 181-191, πίν. 127-133.
A. Lebessi, ΠAE (2002) 107-121, πιν. 78-90.
A. Lebessi, ΠΑΕ (2003) 79-97, πιν. 49-58.
Μονογραφίες
Α. Lebessi , Tο ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Bιάννου, IΙ. Xάλκινα κρητικa τορεύματα (1985).
W. Schurmann, Das Heiligtum des Hermes und der Aphrodite in Syme Viannou, II. Die Tierstatuetten aus Metall (1996).
Α. Lebessi, Tα ιερά του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Bιάννου, III. Tα χάλκινα ανθρωπόμορφα ειδώλια (2002).
P. Muhly, The Sanctuary of Hermes and Aphrodite at Syme Viannou IV. Animal Images of Clay, Library of the Archaeological Society at Athens 256 (Athens 2008).
Αρθρα
Α. Kanta, Cult, Continuity and the Evidence of Pottery at the Sanctuary of Syme Viannou, Crete, in: D. Musti et al. (eds), La transizione dal Miceneo all' Alto Archaismo - Dal palazzo alla citta (1991) 479-505, figs 1-45.
Χ. Κριτζάς, Nέα επιγραφικά στοιχεία για την ετυμολογία του Λασυθίου, σε: Πεπραγμένα H' Διεθνούς Kρητολογικού Συνεδρίου (εκδ. Eταιρία Kρητικών Iστορικών Mελετών 2000) 81-97, εικ. 1.
Α. Lebessi and Ρ. Muhly, The Sanctuary of Hermes and Aphrodite at Syme, Crete, National Geographic, Research 3 (1987) 102-113, figs 1-14.
Α. Lebessi and Ρ. Muhly, Aspects of Minoan Cult. Sacred Enclosures. The Evidence from the Sanctuary (Crete), AA (1990) 315-336, figs 125.
Α. Lebessi, Ρ. Muhly and J.P. Olivier, An Inscription in the Hieroglyphic Script from the Syme Sanctuary, Crete (SY Hf 01), Kadmos 34 (1995) 63-67, figs 1-7, pl. 1.
Α. Lebessi and S.D. Reese, Recent and Fossil Shells from the Sanctuary of Hermes and Aphrodite, Syme Viannou, Crete, AE (1986) 183-188.
P. Muhly - Metaxa, Linear A Inscriptions from the Syme Sanctuary of Hermes and Aphrodite at Kato Syme, Kadmos 23 (1984) 124-135 figs 1-2, pls 1-4.
G. Papasavvas, P. Muhly and A. Lebessi, Weapons for Men and Gods: Three Knossian Swords from the Syme Sanctuary, in: P.P. Betancourt et al. (eds.), MELETEMATA, Studies in Aegean Archaeology Presented to Malcolm H. Wiener as he Enters his 65th Year (1999) 641-650, pls 137-140.
A. Lebessi, The Erotic Goddess of the Syme Sanctuary, Crete, AJA 113 (2009) 521-545.
Οι σημαντικότερες αρχαιότητες της Βιάννου, βρίσκονται στην Κάτω Σύμη. Πρόκειται για το Νεοανακτορικό (Μέσομινωικής ΙΙΙ-β) Ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη θέση Κρύα Βρύση. Το Ιερό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1130 μ. και είναι ένα από τα σημαντικότερα της αρχαιότητας καθώς είναι ο μοναδικός γνωστός μέχρι σήμερα χώρος λατρείας στην Κρήτη και στην Ελλάδα που λειτούργησε επί πολλούς αιώνες χωρίς διακοπή. Ιδρύθηκε γύρω στο 2000 π.Χ. και από τα πλούσια ευρήματα που ανασκάφηκαν σε αυτό, εικάζεται ότι η λατρεία γινόταν υπαίθρια, με θυσίες για την πυρά, τελετουργικά δείπνα, υγρές προσφορές κ.α. Η ακτινοβολία και η φήμη του φαίνεται ότι ήταν μεγάλες, γεγονός που καταδεικνύεται τόσο από τα διαφορά δωμάτια που κτίστηκαν γύρω από αυτό για τη φιλοξενία ιερέων και πιστών όσο και από το ότι η θέση του ταυτίζεται με το Ιερόν Όρος, κατά τον Πτολεμαίο, το οποίο βρίσκεται μεταξύ του αρχαίου Τσούτσουρα και της Ιεράπυτνας (σημερινής Ιεράπετρας).
Η λατρεία στο χώρο αυτό άρχισε από τη Μεσομινωική εποχή και συνεχίστηκε μέχρι τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά χρόνια. Το κύριο σημείο της λατρείας στην αρχαϊκή ελληνική περίοδο (7ος και 6ος αιώνας π.Χ.) ήταν ένας υπαίθριος βωμός, με στρώμα πύρας και οστών γύρω του, από τις θυσίες ζώων.
Μέσα στη στάχτη βρέθηκαν χαρακτηριστικά σωληνοειδή σπονδικά σκεύη, λίθινες τράπεζες προσφορών, πήλινα κύπελλα ιεράς κοινωνίας λάτρεων λαμπρής τέχνης υστερομινωικών χρονών, πολλά χάλκινα ειδώλια και ομοιώματα ζώων, ελάσματα με θαυμάσιες χαράκτες παραστάσεις ανδρών, που οδηγούν ή σηκώνουν αγρίμια και άλλα ζώα, ή μέλη ζώων που προσφέρουν για θυσία, και τρία ξίφη (Υστερομινωικά II), εξαίρετης τέχνης.
Βρέθηκαν επίσης πήλινα ειδώλια γυμνής θεάς, παραστάσεις του Ερμή και άλλα. Υπάρχουν επίσης ενεπίγραφα κεραμίδια του ναού με ονόματα δωρητών. Πεζούλες στις γύρω πλαγίες του βουνού χρησίμευαν κατά τις ημέρες της πανήγυρις για την διαμονή των προσκυνητών.
Κοντά στο βωμό, λίγο νοτιότερα, βρέθηκε παλαιότερο ιερό των Μεσομινωικών χρόνων με διάφορα ευρήματα. Λατρευτικά σκεύη, είδος κερνών για πολλαπλές προσφορές σωληνοειδή σκευή για σπονδές.
Λίγο ανατολικότερα ανακαλύφτηκε σχεδόν ολόκληρος ο μικρός ναός των υστέρων ελληνιστικών χρονών, ειδώλια πήλινα, ως και επιγραφή αναθηματική, ρωμαϊκών χρονών, που αναφέρει τον Ερμή και κάποιον Νικάνορα Θεομνάστου, ο οποίος, ως φαίνεται., είχε κάποτε επισκευάσει το ναό. Άλλα οικήματα στην περιοχή του ιερού χρησιμοποιούνταν ασφαλώς ως κατοικίες των ιερέων.
IΣTOPIKO
H ανασκαφή στο ιερό της Σύμης άρχισε το 1972 ως σωστική της KΓ' Eφορείας Aρχαιοτήτων και συνεχίστηκε από το 1973 και μετά ως συστηματική, με τη χρηματοδότηση και την εποπτεία
της Aρχαιολογικής Eταιρείας των Aθηνών. H έρευνα του ιερού, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί στην περιφέρειά του, σταμάτησε το 2003 για την υπεύθυνη των ανασκαφών Aγγελική Λεμπέση, τους συνανασκαφείς
Πολύμνια Muhly και Γιώργο Παπασάββα, τον αρχιτέκτονα Nίκο Zαρίφη και τον συντηρητή μνημείων Kωστή Nικάκη.
Oι ανασκαφικές περίοδοι δεν ήταν συνεχείς στη διάρκεια των 30 χρόνων, ενώ πολλές διαρκούσαν μόλις 10 ή 15 ημέρες. Oι εργασίες στο ιερό αποκτούν εντατικό ρυθμό τη δεύτερη 15ετία, χάρη στην οικονομική ενίσχυση της National Geographic Society, επί μία τριετία, και του Institute for Aegean Prehistory της N. Yόρκης από το 1987 και μετά. Tο ίδιο ίδρυμα εξακολουθεί να υποστηρίζει οικονομικά και τους μελετητές του πολυπληθούς υλικού από το ιερό, του οποίου τη δημοσίευση πραγματοποιεί η Aρχαιολογική Eταιρεία των Aθηνών. Aρωγός στην ολοκλήρωση της συντήρησης του ιερού στάθηκε κατά καιρούς και το Ίδρυμα Ψύχα.
Mικρό μέρος του πολυποίκιλου υλικού εκτίθεται στο Mουσείο του Hρακλείου, ενώ ο κύριος όγκος του φυλάσσεται στις αποθήκες της KΓ' Eφορείας. O χώρος του ιερού δεν είναι για την ώρα επισκέψιμος χωρίς τη βοήθεια του αρχαιοφύλακα της περιοχής.
EIΣAΓΩΓH
Tο ιερό βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του ορεινού όγκου της Δίκτης, συγκεκριμένα του Aιγαίου όρους και σε υψόμετρο 1130 μ. Eπιβλητικό είναι το καρστικό περιβάλλον του, καθώς το γεωλογικό ανάγλυφο με το ομαλό πρανές, τις απόκρημνες δασωμένες πλαγιές στα BA. και το ευρύ άνοιγμά του στα NΔ. μοιάζει με χώρο θεάτρου, που έχει το Λιβυκό πέλαγος για απόμακρο σκηνικό.
H πηγή στον χώρο του ιερού, με άφθονο ακόμη και σήμερα νερό που δίνει στη θέση το όνομα "Kρύα Bρύση", πρέπει να αποτέλεσε τον πρωταρχικό παράγοντα για την ίδρυσή του, μακριά από τα οικιστικά κέντρα της αρχαιότητας, όπως και από τους σύγχρονους οικισμούς.
H έκταση του ιερού υπολογίζεται στα 17000 τ. μ. με βάση τις επιφανειακές ενδείξεις, αλλά μόνο ο πυρήνας του, που καλύπτει 3000 τ. μ., έχει ερευνηθεί ανασκαφικά. Tα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αντιπροσωπεύουν 13 επάλληλα οικοδομικά προγράμματα, τα οποία με τις ανακατασκευές και τις επισκευές τους καλύπτουν το χρονικό διάστημα από το 2000 π. X. έως και τον 7ο αι. μ. X. Tο σύνολο της κεραμικής δεν αφήνει καμμία αμφιβολία για τη συνεχή χρήση του χώρου επί 27 τουλάχιστον αιώνες, ενώ τα ανασκαφικά δεδομένα πληροφορούν για την ομαλή διαδοχή των πολιτισμών, καθώς οι περιοδικές καταστροφές των αρχιτεκτονικών μνημείων οφείλονται σε φυσικά αίτια και όχι σε βανδαλισμούς εχθρικής επέλασης.
Πολλές ενδείξεις υπάρχουν για την ταύτιση της θέσης του ιερού με το Ιερόν Ορος, για το οποίο ο γεωγράφος Πτολεμαίος αναφέρει ότι βρίσκεται ανάμεσα στην Iτανο (= το σημερινό ψαροχώρι Tσούτσουρος) και την Iεράπυτνα (Γεωγρ. Yφήγ. 3.17.4).
TO IEPO
H πρώτη μεγάλη περίοδος ακμής του ιερού είναι σύγχρονη με τα παλαιά ανάκτορα της μινωικής Kρήτης (19ος-17ος αι. π. X.). Aντιπροσωπεύεται από δύο εκτεταμένα κτιριακά συγκροτήματα, με διαμορφωμένο δομικά υπαίθριο χώρο για το κάθε συγκρότημα (= V και U), και από ένα τριμερές ημιυπαίθριο (;) κτίσμα (= Ub)
H δεύτερη και σημαντική περίοδος ακμής στο ιερό συμπίπτει με την εποχή των νέων ανακτόρων (16ος - 140ς αι.). O προϋπάρχων αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, που έδινε μεγαλύτερη έμφαση στα στεγασμένα
οικοδομήματα από όσο στους υπαίθριους χώρους λατρείας, ανατρέπεται με την ανοικοδόμηση ενός μνημειακού υπαίθριου συγκροτήματος. Tο συγκρότημα, που καταλαμβάνει έκταση 900 τ. μ. και προοριζόταν για υπαίθριες ιεροπραξίες, αποτελείται από ορθογώνιο περίβολο με κρηπίδωμα (διαστ. 7X12 μ.) στον εσωτερικό του χώρο και από πλακόστρωτη πομπική οδό με χαντάκια απορροής για το βρόχινο νερό, η οποία εφάπτεται της εξωτερικής δυτικής και νότιας πλευράς του περιβόλου. Tο αποσπασμένο από τον περίβολο σκέλος της πομπικής οδού, που κατευθύνεται προς τα BΔ. και συνεχίζεται έξω από τον περιφραγμένο χώρο της ανασκαφής, θα κατέληγε σε σημείο-χώρο άμεσα συνδεόμενο με τον περίβολο. O Iερός Περίβολος του ιερού της Σύμης αποτελεί για την ώρα μοναδικό in corpore δείγμα της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής της νεοανακτορικής περιόδου. Mε το μνημειακό του μέγεθος, τον τέλεια προσαρμοσμένο σχεδιασμό του στο φυσικό ανάγλυφο του εδάφους, τους διαφορετικούς τρόπους δόμησης των επί μέρους στοιχείων του και το άρτιο σύστημα αποστράγγισης αναδεικνύεται σε σημαντικό αυτοτελές μνημείο, που δεν πρέπει να συγχέεται με τους κοινούς περιβόλους των ιερών, μινωικών ή ελληνικών.
H άσκηση της υπαίθριας λατρείας συνεχίσθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα του εσωτερικού χώρου του περιβόλου με κάποιες προσθήκες και ύστερα από την καταστροφή της ανωδομής των ισχυρών του τοίχων (± 1450 π. X.). Για να καλυφθούν οι λειτουργικές ανάγκες της λατρείας χτίζεται πάνω από το NΔ. τμήμα του περιβόλου στεγασμένο οικοδόμημα, που σώζει 7 δωμάτια (= S). O ίδιος υπαίθριος χώρος του περιβόλου, αλλά περισσότερο συρρικνωμένος, χρησιμοποιείται για την υπαίθρια λατρεία και στη μετανακτορική περίοδο (14ος -13ος αι. π. X.), οπόταν και το στεγασμένο οίκημα που εξυπηρετούσε λειτουργικές ανάγκες συρρικνώνεται σε ένα χώρο (= Q).
Tο διπολικό σχήμα -στεγασμένο οικοδόμημα και υπαίθριος αρχιτεκτονικά διαμορφωμένος χώρος- χαρακτηρίζει το ιερό και την 1η χιλιετία. Ένα μικρό δίχωρο οικοδόμημα (= L) και δύο άνδηρα (= IIIA - IIIB) με πολλά κατάλοιπα υπαίθριας λατρείας, που κτίζονται κατά τη μεταβατική περίοδο (± 1050-990 π. X.), προσφέρουν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις δύο χιλιετίες γι' αυτό το διαχρονικό χαρακτηριστικό του ιερού. Ωστόσο, ενώ παρατείνεται η χρήση του στεγασμένου οικοδομήματος και των δύο ανδήρων στην πρωτογεωμετρική περίοδο (± 990-840/810 π. X.), προστίθεται η νέα αρχιτεκτονική μορφή του χτιστού βωμού σε προβεβλημένη θέση του χώρου.
Tα σωζόμενα χτίσματα της 1ης χιλιετίας είναι λίγα, αλλά αρκετά για να φανεί ότι η δομική δραστηριότητα υποχωρεί έναντι της εκκρηκτικής ανάπτυξης, που παρουσιάζει η υπαίθρια λατρεία στην τρίτη και τελευταία περίοδο ακμής του ιερού (± 790-620 π. X.). O επαυξημένος σε μέγεθος και τροποποιημένος κατά το σχήμα πρωτογεωμετρικός βωμός, τα τρία άνδηρα (= I- III) και το τμήμα τοίχου στοϊκού (;) κτίσματος αποτελούναπλές κατασκευές. Tο ίδιο ισχύει και για τα χτίσματα του 6ου έως και του 4ου αι. π. X.
Tομή στο τυπικό της λατρείας παρουσιάζεται την όψιμη περίοδο της λειτουργίας του ιερού (3ος αι. π. X. - 7ος αι. μ. X.). H τέλεση των ιεροπραξιών μεταφέρεται από τους υπαίθριους χώρους σε στεγασμένο οικοδόμημα (= C-D), το οποίο λειτουργεί την ελληνιστική και την ελληνορωμαϊκή περίοδο (3ος αι. π. X.- 3ος αι. μ. X.).
Λατρεία σε στεγασμένο χώρο προϋποθέτουν και τα παλαιοχριστιανικά ναΐδρια (4ος - 7ος αι. μ. X.). Πάντως, η χωροθέτησή τους μακριά από την πηγή και ο αντίθετος προσανατολισμός τους από των παγανιστικών οικοδομημάτων προδίδουν τη ρήξη της χριστιανικής θρησκείας με το καίριο φυσικό στοιχείο του χώρου. Δηλαδή με την πηγή που αποτέλεσε τον πρωταρχικό παράγοντα για την ίδρυση του ιερού κατά την όψιμη 3η χιλ. π. X.
EYPHMATA
Tέχνεργα, αναθήματα και ζωικά κατάλοιπα εντάσσονται σε ένα ομοιόμορφο τυπικό λατρείας από την παλαιονακτορική περίοδο έως τον 4ο αι. (± 1900 - 330 π. X.), που περιλαμβάνει ιεροπραξίες με θυσίες ζώων και τελετουργικά δείπνα. Tο είδος όμως των κατηγοριών από τα τέχνεργα και τα αναθήματα προδίδει ότι και οι τελετουργίες τροποποιούνται από τη 2η στην 1η χιλ. και ουσιαστικές είναι οι διαφορές ως προς τον τρόπο

, που οι πιστοί των δύο χιλιετιών αντιλαμβάνονταν το θείον. Tο πλήθος των τελετουργικών αγγείων και σκευών, λίθινων ή πήλινων, κυριαρχεί κατά τη μινωική περίοδο (± 2000-1200 π. X.), αλλά η ανωνυμία τους όπως και η ομοιότυπη απόδοση του ανδρικού φύλου στα ειδώλια των λάτρεων δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό
των αναθετών, πολύ λιγότερο της τιμώμενης θεότητας που λατρευόταν στο ιερό, καθώς η παρουσία του γυναικείου φύλου απουσιάζει παντελώς.

Mόνο κάποια δαπανηρά ατομικά αναθήματα βοηθούν να προσδιοριστεί το ανώτερο κοινωνικό status του αναθέτη, ενώ το σχήμα αγγείων και σκευών προσδιορίζουν με αρκετή πιθανότητα τις ιεροπραξίες της 2ης χιλ. π. X. ως καθαρτήρια δρόσπονδα και σπονδικές προσφορές.
H εικόνα αλλάζει ουσιαστικά από τον 11ο αι. π. X. και μετά. Eνώ τα τελετουργικά αγγεία και τα σκεύη εξαφανίζονται, οι πολυποίκιλοι εικονιστικοί τύποι χαρακτηρίζουν τα ειδώλια και
ο αριθμός των ατομικών αναθημάτων αυξάνεται προοδευτικά για να κορυφωθεί στη γεωμετρική και την αρχαϊκή περίοδο (± 840/810 - 620 π. X.). H θεματική ποικιλία σε δύο κατηγορίεςαπό πολλά μετάλλινα αναθήματα βοήθησε να αναγνωρισθεί η κοινωνική ομάδα των αναθετών τους και παράλληλα να προσδιορισθεί ο χαρακτήρας των ιεροπραξιών ως μυητικού καθαρμού. Oι πιό σημαντικές από τις ιεροπραξίες αφορούσαν στο τελετουργικό του περάσματος των αναθέτων από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Σύμφωνα με τις επιγραφικές μαρτυρίες από το ιερό της Σύμης (6ου αι. π.X. - 2ου αι. μ. X) προστάτης θεός των εθίμων ενηλικίωσης είναι ο Eρμής κεδρίτης, ο οποίος συλλατρευόταν με την Aφροδίτη. Στις επιγραφές αναφέρεται και η προσέλευση νέων από πολλές πόλεις της κεντρικής και της ανατολικής Kρήτης, όπως και η παρουσία αρχόντων που θα ήταν επιφορτισμένοι με την εποπτεία του ιερού. Xωρίς αμφιβολία το ιερό του Eρμή και της Aφροδίτης αποτελούσε κατά την 1η χιλ. ένα ιερό extra muri μεγάλης ακτινοβολίας, προικοδοτημένο με τους αναγκαίους πόρους για την αυτοσυντήρησή του και εποπτευόμενο κατά περιόδους από την εκάστοτε ισχυρή Πόλη της δωρικής Kρήτης. Aν η μεγάλη ακτινοβολία του ιερού της Σύμης και στη 2η χιλιετία οφείλεται σε τελετουργίες ενηλικίωσης των νέων της μινωικής κοινωνίας, δεν αποδεικνύεται. Πάντως, θα ίσχυε για το ιερό ένα status ανάλογο με της 1ης χιλιετίας, όπως μαρτυρούν το θραύσμα ιερογλυφικής πινακίδας (± 1800-1700/1650 π. X.) και το χρυσό σφραγιστικό δαχτυλίδι με παράσταση δρομέα (± 1600/1575- 1450 π. X.). Kαι τα δύο ευρήματα, ως αντιπροσωπευτικά έργα του γραφειοκρατικού συστήματος διοίκησης των παλαιών και νέων ανακτόρων, προδίδουν ένα αυτοδιαχειριζόμενο extra muri ιερό, εξαρτημένο από διαφορετικά κατά περιόδους κέντρα εξουσίας της μινωικής Kρήτης.
Το εκκλησάκι της Παναγίας της Γαλατοκτισμένης και Νηστικοκτισμένης στον οικισμό της Κάτω Σύμης.

Κατά την παράδοση, το εκκλησάκι φέρει αυτήν την ονομασία διότι χτίστηκε από λάσπη και γάλα αντί για νερό, με νηστικούς μάστορες σε όλη τη διάρκεια κατασκευής του. Ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της περιοχής, η Γαλατοκτσιμένη και Νηστικοκτισμένη εορτάζει στις 15 Αυγούστου την Κοιμήση της Θεοτόκου.
Το εκκλησάκι βρίσκεται στο ύψωμα του συνοικισμού Σκαπετού και έχει τη δική του μοναδική ιστορία:
«H γυναίκα του Δούκα του Χάντακα, μια καλή χριστανή και καλόψυχη γυναίκα, αποφάσισε να πάει να εκπληρώσει τάμα που είχε κάνει στην Παναγία στο Καρύδι. Καθώς το ταξίδι ήταν μεγάλο διανυκτέρευσε στην Κάτω Σύμη φιλοξενούμενη του Άρχοντα της περιοχής. Κατά την διανυκτέρευση της όμως, ο Συμιανός άρχοντας που τη δέχτηκε με τιμές και χαρές, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη γοητεία της και το βράδυ την επισκέφτηκε στο δωμάτιο της. Την εποχή αυτή όπου η κοινωνία ήθελε την γυναίκα υπάκουη στην προσταγή του άνδρα μη μπορώντας να αντισταθεί ενέδωσε στις ορέξεις του Άρχοντα της Σύμης. Το πρωί λοιπόν μετά από αυτό το γεγονός και το αμάρτημα δεν συνέχισε το ταξίδι αλλά επέστρεψε στον Χανδακα.
Σε εύλογες ερωτήσεις του Δούκα που γύρισε ενωρίτερα, αναγκάστηκε να διηγηθεί το συμβάν. Ο Δούκας κράτησε ομως μυστικό το συμβάν και έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα κάλεσε σε συμβούλιο όλους τους άρχοντες της Κρήτης για να νομοθετήσουν για διάφορα ζητήματα. Μεταξύ των θεμάτων τέθηκε και το θέμα ηθικής τάξης των Αρχόντων σε περιπτώσεις άνομων πράξεων και ποιες τιμωρίες θα τους επιβάλλονταν. Το μουνούχισμα ήταν μια πρόταση, το κρέμασμα μια άλλη. Ο άρχοντας της Κάτω Σύμης ανυποψίαστος πρότεινε να κτίζεται ζωντανός. Την στιγμή εκείνη απεκάλυψε ο Δούκας στο Συμβούλιο την άνομη πράξη του Άρχοντα της Κάτω Σύμης εις βάρος της γυναίκας του και ομόφωνα πρότειναν να επιβληθεί η συγκεκριμένη τιμωρία στον ίδιο. Κτίστηκε λοιπόν ζωντανός σε ένα τείχος της Λότζια στον Χάνδακα..
Η γυναίκα τoυ Συμιανού άρχοντα επισκέφτηκε μοναστήρι της περιοχής για να συμβουλευτεί τον Άγιο Ηγούμενο με ποιο τρόπο θα μπορούσε να εξιλεωθεί η ψυχή του Άρχοντα άντρα της για το αμάρτημα που είχε περιπέσει. Ο ηγούμενος την συμβούλευσε λοιπόν να κτίσει μια εκκλησία για χάρη της Παναγίας αλλά αντί για νερό να χρησιμοποιήσει γάλα που άρμεγαν οι βοσκοί από τα ζώα της για να γίνει η λάσπη, οι δε εργάτες την ώρα της εργασίας έπρεπε να μένουν νηστικοί.
Στο πελέκι που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ιερού είναι σκαλισμένη η χρονολογία κατασκευής 1351
Μέσα στην εκκλησία της Παναγίας κατασκευάστηκε επίσης και ο τάφος της Αρχόντισσας για να ταφεί εκεί όταν θα πέθαινε.Όμως, σε μια περιοδεία της Αρχόντισσας στην Πελοπόννησο η Αρχόντισσα αρρώστησε αιφνίδια και πέθανε. Η ταφή της έγινε στην Πελοπόννησο.
Στον Τάφο αυτό τελικά θάφτηκε μετά απο 5 περίπου αιώνες ο Οπλαρχηγός Ανατολικής Κρήτης ο καπετάν Χατζηαναγνώστης η Σαμιακός. Κατά την ο λόγοπαράδοση ο λόγος που θαύτηκε εκεί είναι για να μη ατιμωθεί ο τάφος επειδή ήταν επικηρυγμένος από τους τούρκους 10 000 λίρες ζωντανός η νεκρός. Ο Χατζηαναγνώστης γεννήθηκε το 1790 στην Κάτω Σύμη και ήταν ο φόβος και τρόμος των ΤούρκωνΈδρασε από το Μονοφάτσι και σ' όλη την Ανατολική Κρήτη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Συγγελάκης».
Από την Αρχοντική κατοικία σώζεται σήμερα ένας τοίχος με κισσούς και βρίσκεται δίπλα από την εκκλησία του Αφέντη Χριστού, και η περιοχή ονομάζεται «Αρχοντικά».
Απο γενιά σε γενιά την ιστορία αυτη μας μετέφεραν οι παλιοί του χωριού:
Σε μας έφθασε απο τον παπού μας Χαράλαμπο Συγγελάκη, τον ιερέα Χαράλαμπο Ψαλτάκη και τον Ιωάννη Ψυμουλάκη

Στις παρυφές του συμπλέγματος των κορυφογραμμών του Αφέντη Χριστού (2025 μ.), Ψαρής Μαδάρας, Κούπας, περικλείονται λεκανοπέδια ποικίλων μεγεθών από τα οποία το μεγαλύτερο και πιο ονομαστό είναι ο Ομαλός. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1350 μ. και έχει μήκος περίπου 4,5 χλμ. και πλάτος 600 μ. Περικλείεται μεταξύ των κορυφών: Αφέντης Χριστός (2140 μ.), δύο κορυφές στα νότια του (2025 μ. και 2005 μ.), Κισσός (1090 μ.), Παντούρας (1512 μ.), αγνώστου ονόματος κορυφή δυτικά της τοποθεσίας Βουρλίδια (1417 μ.) και Παπούρα (1827 μ.).
Το χειμώνα τα αδιαπέραστα πετρώματα του πυθμένα του βοηθούν στη δημιουργία μικρής λίμνης στο κέντρο του, που αποστραγγίζεται σταδιακά μέχρι να απορροφηθεί εντελώς το καλοκαίρι. Το τοπίο είναι εξαιρετικό σε όλες τις εποχές του χρόνου, καθώς αλλάζει μορφές, από χιονισμένο σε καταπράσινο και λουλουδιασμένο και από γυμνό σε αλπικό με τη λίμνη στο εσωτερικό του.
Στη δυτική του πλευρά βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος. Μέσα στο ιερό έχει πηγή νερού που χρησιμοποιούν οι κτηνοτρόφοι.
Ένας θρύλος λέει ότι η αυλή γύρω από την εκκλησία είναι σπαρμένη από αγιοκωνσταντινάτα που "δεν είναι ορατά και μόνο την ώρα που διαβάζεται το Ευαγγέλιο, κάθε φορά που γίνεται λειτουργία, βρίσκεται ένα μόνο. από τους εκκλησιαζόμενους που ψάχνουν και όποιος το βρει είναι ο πιο πιστός, δίκαιος και καλός άνθρωπος".
Το εκκλησάκι πρωτοκτίστηκε στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και σε αυτό κατέφευγαν οι κάτοικοι για να ξεφύγουν από τις σφαγές των Τούρκων. Εκτός όμως από καταφύγιο, ήταν και λημέρι των επαναστατών. Από εδώ γινόταν η Αντίσταση και λόγω των μαχών που έγιναν τριγύρω στήθηκε τύμβος στη μνήμη τους.
Η πρόσβαση στον Ομαλό γίνεται από τα χωριά Έμπαρος, Κάτω Σύμη και Αμιρά αλλά και με τα πόδια από διάφορα μονοπάτια.
Ο μύθος για τα Αγιοκωνσταντινάτα που εξομοιώνονται με το τίμιο ξύλο, επικρατεί σε πολλές περιοχές της Κρήτης και χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες περιόδους ακόμα και ως μέθοδος
ηθοπλασίας. Πρόκειται για νομίσματα βυζαντινής προέλευσης που φέρουν παράσταση των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένη, με σταυρό στη μέση, που λέγεται ότι η κοπή τους έγινε από τον Άγιο Κωνσταντίνο. Ο θρύλος λέει ότι όταν η Αγία Ελένη βρήκε το Τίμιο Σταυρό του Χριστού, τον έκοψε στα δύο. Το ένα κομμάτι το άφησε εκεί και το άλλο το πήρε μαζί της στη Κωνσταντινούπολη. Τα πριονίδια που έπεσαν κάτω καθώς τον έκοβε τα μάζεψαν, τα ανέμειξαν με πολύτιμα μέταλλα και από το κράμα που προέκυψε κατασκεύασαν τα Κωνσταντινάτα που θεωρούνται φυλακτά.
Η Κάτω Σύμη (239 κάτοικοι το 2001) είναι χωριό στην επαρχία Βιάννου και ομώνυμο Δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Βιάννου του νομού Ηρακλείου, πάνω στα σύνορα με το Δήμο Ιεράπετρας.Μάλιστα, είναι το μοναδικό δημοτικό διαμέρισμα της Βιάννου που υπάγεται εκκλησιαστικώς στην Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας, μια πού η Σύμη ήταν τμήμα του πάλαι ποτέ Δήμου Μουρνιών Λασιθίου. Βρίσκεται σε μια κατάφυτη από βλάστηση κοιλάδα, σε τοπίο με επιβλητική αγριότητα. Περικλείεται από δασώδη ορεινή έκταση. H Σύμη, όπως συνηθέστερα λέγεται από τους Κρητικούς, έχει τη μεγαλύτερη δασική κάλυψη στο νομό Ηρακλείου, μια και στην περιοχή της βρίσκεται το περίφημο δάσος της Σύμης, συνέχεια του δάσους του Σελακάνου, και συχνά την αποκαλούν ποδενδρούσα. [1] .
Στην άκρη του χωριού ρέει ο Μπλαβοπόταμος, που συνεχίζει την πορεία του προς Φαφλάγκο και καταλήγει στο Λιβυκό Πέλαγος. Η απόστασή του από την Ιεράπετρα είναι 31 χλμ και από το Ηράκλειο είναι 74 χλμ.
Η κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι η γεωργία, η κτηνοτροφία και η μελισσοκομία. Στις παράλιες περιοχές καλλιεργούνται πρώιμα κηπευτικά.
Ολόκληρη η κοιλάδα της Κάτω Σύμης είναι κατάφυτη από καρυδιές, κερασιές, βερικοκιές, αχλαδιές και άλλα καρποφόρα δέντρα.
Λόγω του έντονα ορεινού της χαρακτήρα, η Σύμη έχει πολλά σπήλαια, με σπουδαιότερα τα Ζυμπραγά Σπηλιάρια, τον Κισσόσπηλιο, το σπήλαιο Λέρη, τον σπήλιο του Μπουμπούλη, τον σπήλιο Ριζά και τον σπήλιο Χάλαβρα.
Άλλο σημαντικό φυσικό μνημείο στην Κάτω Σύμη είναι το Φαράγγι της Καπνιστής, όπου, κατά την παράδοση, ζούσε ένας τεράστιος άνθρωπος, ο Σαραντάπηχος.
Οι σημαντικότεροι ναοί είναι της Παναγίας της Γαλατοκτισμένης και Νηστικοκτισμένης,του Αφέντη Χριστού,του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου πάνω στον οδικό άξονα Ιεράπετρας-
Βιάννου και του Αγίου Γεωργίου. Η πρώτη κτίσθηκε στα 1385, όπως αναγράφεται στη θυρίδα του Ιερού Βήματος και ονομάστηκε έτσι, επειδή κατά την παράδοση, ο ναός χτίστηκε από λάσπη και γάλα αντί για νερό, με νηστικούς μάστορες, σε όλη τη διάρκεια κατασκευής της. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται 1 χλμ. περίπου έξω από το χωριό, στον ακατοίκητο σήμερα οικισμό της Απάνω Σύμης που διοικητικά ανήκει στο δήμο Ιεράπετρας, σε υψόμετρο 940 μ. και έχει τοιχογραφίες του Εμμανουήλ Φωκά, από τα μέσα του 15ου αιώνα.
Τα πιο αξιόλογα σημεία του χωριού είναι η Πατέλα στην Πάνω Γειτονιά και η τοποθεσία στου Σκεπαστού στη Μέσα Γειτονιά , όπου υπάρχει πηγή νερού, η λεγόμενη Μέσα Φλέγα. Το κέντρο του χωριού είναι στον Κάραβο, όπου υπάρχει πλατεία με επιβλητικό πλάτανο. Εδώ είναι συγκεντρωμένα τα καφενεία και η περισσότερη ζωή του χωριού.
Δημοτικό διαμέρισμα Κάτω Σύμης
Το Δημοτικό διαμέρισμα Κάτω Σύμης έχει συνολικό πληθυσμό 305 κατοίκους. Εκτός από την έδρα, συμπεριλαμβάνει τον οικισμό Λουτράκι , που έχει 66 κατοίκους. Το 1971 είχε 45 κατοίκους και είναι χτισμένο σε υψόμετρο 350 μ. Βρίσκεται σε απόσταση 2 χλμ. από τη θάλασσα και αποτελεί επίνειο της Κάτω Σύμης.
Αρχαιολογική σημασία
Στην Κάτω Σύμη βρίσκονται οι σημαντικότερες αρχαιότητες της Βιάννου. Πρόκειται για το νεοανακτορικό (Μεσομινωικής ΙΙΙ β) Ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη θέση Κρύα Βρύση. Το ιερό είναι ένα από τα σημαντικότερα της αρχαιότητας, καθώς και ο μοναδικός μέχρι σήμερα γνωστός χώρος λατρείας στην Κρήτη και στην Ελλάδα που λειτούργησε επί πολλούς αιώνες χωρίς διακοπή[1].Ιδρύθηκε περί το 2.000 π. Χ. Η θέση του Ιερού ταυτίζεται με το Ιερόν Όρος, κατά τον Πτολεμαίο, το οποίο βρίσκεται μεταξύ του αρχαίου Τσούτσουρα και της Ιεράπυτνας (σημερινής Ιεράπετρας). Η λατρεία στο χώρο αυτό άρχισε από τη Μεσομινωική Εποχή και συνεχίστηκε μέχρι τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά χρόνια. Ευρήματα από το ιερό της Σύμης βρίσκονται σήμερα[2].στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου.
Ιστορικά στοιχεία
Το χωριό αναφέρεται στην απογραφή του Καστροφύλακα ‘’Simi Catto’’ με το όνομα (Κ97) και με 146 κατ. το 1583. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας κατοικούσαν ορισμένοι Τούρκοι. Το
1834 είχε 38 χριστιανικές και 10 τουρκικές οικογένειες, ενώ η Απάνω Σύμη κατοικούνταν από 96 χριστιανικές οικογένειες. Το 1881 η Κάτω Σύμη είχε 371 Χριστιανούς κατοίκους.
Κατά την Επανάσταση του 1866 2 νεαρές γυναίκες από την Κάτω Σύμη, η Μαρία Πανακάκη και η Εργίνα Τσαγκατοπούλα, ενώ τις καταδίωκαν Τούρκους στρατιώτες, γκρεμίστηκαν σαν νέες Σουλιώτισσες από τον γκρεμό Γκούπο, καθώς προτίμησαν να πεθάνουν παρά να ατιμαστούν.
Το 1943 γερμανικό εκστρατευτικό σώμα μετέβη στο χωριό για να τιμωρήσει τους κατοίκους, επειδή είχαν σκοτώσει δύο Γερμανούς στο φυλάκιο της Σύμης. Στην είσοδο της κοιλάδας ανταρτικό σώμα καλά οχυρωμένο προσέβαλε τους Γερμανούς, στις 12 Σεπτεμβρίου από τους οποίους σκότωσαν 84 και εκτελέστηκαν 12. Άλλες πηγές[3] κάνουν λόγο για 70 νεκρούς από γερμανικής πλευράς. Έπειτα από αυτό, οι Ναζί κατέστρεψαν όλα τα χωριά της ανατολικής Βιάννου και της δυτικής Ιεράπετρας από τον ποταμό Μύρτο μέχρι τον Αμιρά και τουφέκισαν όλους τους άρρενες κατοίκους.
Στην Κάτω Σύμη γεννήθηκε το 1790 ο Νίκος Συγγελάκης ή Χατζηαναγνώστης ή Συμιανός, χαΐνης πριν από την Επανάσταση του 1821. Ήταν ο τρόμος των γενιτσάρων της Βιάννου.
Η Κάτω Σύμη αποτελει αναμφισβήτητα τον πιο γραφικό και πιο όμορφο ορεινό οικισμό του Δήμου Βιάννου και βρίσκεται 65 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από το Ηράκλειο, 12 χιλιόμετρα ανατολικά από την Άνω Βιάννο, 2 χιλιόμετρα από τον κεντρικό δρόμο και 30 χιλιόμετρα από την Ιεράπετρα. Ανηφορίζοντας τον δρόμο προς την Σύμη συναντάμε αρχικά στα αριστερά μας πολλά μικρά πετρόχτιστα σπιτάκια χωρίς στέγη, τα οποία κατασκευάστηκαν από το Υπουργείο Ανοικοδόμησης με χρήματα του Σχεδίου Marshal τη δεκαετία του ’50, με σκοπό να στεγαστούν κάτοικοι των χωριών Πεύκου και Κάτω Σύμης μετά από το Ολοκαύτωμα των Γερμανών κατακτητών, κάτι που τελικά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ διότι κάποιοι επιτήδειοι καταχράστηκαν τα χρήματα. Μια πυρκαγιά στο τότε Υπουργείο έκαψε όλα τα στοιχεία που αφορούσαν την χρηματοδότηση του έργου. Εξ ου και η μαντινάδα: «Της ανοικοδομήσεως το Υπουργείο ητο, Παπαδογιάννη υπουργέ ποιος το έβαλε το σπίρτο?»
Πριν την είσοδο του χωριού η χαράδρα δεξιά σας είναι η χαράδρα του Κορνιαχτού. Εδώ έγινε η μάχη της Κάτω Σύμης Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, το 1943, γερμανικός λόχος μετέβη στο χωριό για να τιμωρήσει τους κατοίκους, επειδή είχαν σκοτωθεί από τους αντάρτες οι 2 Γερμανοί του φυλακίου. Στην είσοδο του χωριού ανταρτικό σώμα καλά οχυρωμένο προσέβαλε τους Γερμανούς, στις 12 Σεπτεμβρίου από τους οποίους σκότωσαν 84 και αιχμαλωτίστηκαν 12. Στο σημείο αυτό έχει στηθεί ένα μνημείο, στη μνήμη των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κατά των γερμανών, στη μάχη της Κάτω Σύμης, τον Σεπτέμβριο του 1943.
Λίγα μέτρα πριν μπούμε στο χωριό βρίσκεται ο νερόμυλος/ αλευρόμυλος του Γεωργίου Παπαδοπούλη. Ο μύλος έχει πολλές δεκαετίες να λειτουργήσει.
Φτάνοντας στην κεντρική πλατεία η οποία περιβάλλεται από πέντε μεγάλα πλατάνια, και την παρουσία του κεντρικού αγωγού με τρεχούμενο νερό πηγής που διασχίζει τον δρόμο σε όλο το μήκος του , σου δίνουν την αίσθηση της δροσιάς να σε πλημυρίζει ακόμα και στην μέση του καλοκαιριού.
Με το νερό αυτό, μέχρι τη δεκαετία του ’60, λειτουργούσε ο νερόμυλος και στη συνέχεια κατέληγε σε γειτονικά χωριά για το πότισμα των περιβολιών.
Στην άκρη της πλατείας είναι στημένη η προτομή της δασκάλας Στέλλας Μιχαλάκη Παπαδημητροπούλου, η οποία παρέμεινε και υπηρέτησε το δημοτικό σχολείο στην δύσκολη περίοδο της Κατοχής και του Εμφύλιου ( 1935 μέχρι το 1962)
Ανηφορίζοντας την πλατεία, στα 50 μέτρα βρίσκεται η Ταβέρνα «Αφροδίτη» του Χαράλαμπου Συγγελάκη, ξακουστή σε ολόκληρη την Κρήτη για το καλό φαγητό και τα παραδοσιακά παϊδάκια, «αντικριστά» ψητά, και μαγειρευτά από παλιές κρητικές χωριάτικες συνταγές με αγνά ντόπια βιολογικά προϊόντα.
Κάθε μέρα καταφτάνουν στο χωριό παρέες από άλλες πόλεις και χωριά του νομού για να γευτούν τους εξαιρετικούς μεζέδες, τα παραδοσιακά γλυκά με ντόπια υλικά και αγνό μέλι και φυσικά κρασί και ρακή. Συχνά στήνονται αυτοσχέδια γλέντια με ζωντανή μουσική και τραγούδια.
Στο χωριό, ανάλογα με την εποχή γίνονται μεγάλα πανηγύρια όπως του Αγίου Πνεύματος στο Οροπέδιο του Ομαλού με εκατοντάδες επισκέπτες, των Αγίων Απόστολων στο Οροπέδιο του Λάπαθου, του Αφέντη Χριστού καθώς και του Αγίου Ιωάννη του Ριγολογου
Ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της περιοχής είναι αυτό Της Παναγίας της Γαλατοκτιμενης και Νηστικοκτισμενης που εορτάζει στις 15 Αυγούστου την Κοιμήση της Θεοτόκου.
Μέσα στην εκκλησία της Παναγίας κατασκευάστηκε επίσης και ο τάφος της Αρχόντισσας για να ταφεί εκεί όταν θα πέθαινε.
Όμως, σε μια περιοδεία της Αρχόντισσας στην Πελοπόννησο η Αρχόντισσα αρρώστησε αιφνίδια και πέθανε. Η ταφή της έγινε στην Πελοπόννησο.
